Ο πανηγυρικός λόγος της 28ης Οκτωβρίου που εκφωνήθηκε στον Ι.Ν. Αγ. Κωνσταντίνου & Ελένης Καρδίτσας
από τον φιλόλογο Ευθύμιο Αθ. Κουφογιάννη, υποδιευθυντή του Μουσικού Σχολείου
O Πανηγυρικὸς λόγος για ένα λαμπρό γεγονός όπως είναι η 28η Οκτωβρίου 1940, πρέπει να εκφράζει το πανηγύρι των ψυχών των πανηγυριζόντων, αλλιώς είναι κούφιος λόγος, υποκριτικὴ τέχνη προσβολής της μνήμης των ηρώων.
Εμείς οι Νεοέλληνες πανηγυρίζουμε – και πρέπει να πανηγυρίζουμε με την ψυχή μας - τιμώντας σήμερα την 28η Οκτωβρίου, την ημέρα που γράφτηκε μία ακόμη χρυσή σελίδα της ένδοξης ιστορίας του Ελληνισμού.
Είναι η ημέρα που οι πρόγονοί μας είπαν το «ΟΧΙ» στους Ιταλούς του Μουσολίνι και απέδειξαν ότι η ελευθερία δεν κερδίζεται με τα όπλα, ούτε με τους αριθμούς αλλά με της καρδιάς το πύρωμα.
Πολλοί θεώρησαν το «ΟΧΙ» των Ελλήνων ως αποκοτιά και άσκοπη θυσία σε μια εποχή όπου οι δυνάμεις της ναζιστικής Γερμανίας του Χίτλερ, της φασιστικής Ιταλίας και των συμμάχων τους είχαν κυριαρχήσει σ’ όλη σχεδόν την Ευρώπη.
Προκαλούσαν το δέος πριν καν επιτεθούν στους αντιπάλους τους και απέτρεπαν ακόμη και τη σκέψη της αντίστασης που θεωρούνταν μάταιη. Είχαν κατορθώσει δηλαδή να κερδίζουν τον πόλεμο και στο ψυχολογικό πεδίο.
Δεν ήταν αποκοτιά, ούτε καν ηρωισμός αλλά ο θρίαμβος της λάμψης του αρχαίου ελληνικού ιδανικού της ελευθερίας. Για τον κλασικό Έλληνα η ελεύθερη πολιτεία προϋπέθετε και τον πολίτη ελεύθερο. Το κάθε άτομο όφειλε να υψωθεί σε ακέραια, υπεύθυνη προσωπικότητα, και με το φρόνημα αδούλωτο να κάνει τις επιταγές του θεού, της πολιτείας και των αρχόντων, επιταγές της ψυχής του της ίδιας. Όλες οι μεγάλες ανθρώπινες αξίες, για να μείνουν αξίες, έπρεπε να δικαιωθούν μέσα στην ψυχή του κάθε πολίτη.
Το ΟΧΙ του Ιωάννη Μεταξά εξέφρασε αυτό ακριβώς το διαχρονικό ιδανικό της ελευθερίας στο οποίο πιστεύουν οι Έλληνες και γι’ αυτό αποφάσισαν να παλέψουν ως ελεύθερες και ακέραιες προσωπικότητες υπέρ βωμών και εστιών.
Στις 5 τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 – μία ώρα πριν εκπνεύσει το τελεσίγραφό τους – οι Ιταλοί επιτέθηκαν εναντίον των ελληνικών δυνάμεων στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Μετά από λίγες ημέρες όμως από επιτιθέμενοι έγιναν αμυνόμενοι και στο τέλος κατέληξαν καταδιωκόμενοι από τον ελληνικό στρατό.
Μέχρι τον Δεκέμβριο οι Έλληνες έφτασαν ως το Αργυρόκαστρο και την Κορυτσά της Βορείου Ηπείρου κι ακόμα πιο βαθιά στο αλβανικό έδαφος. Η προέλασή τους σταμάτησε με την κατάληψη της Κλεισούρας στις 10 Ιανουαρίου 1941.
Ο βαρύς χειμώνας με το πυκνό χιόνι γλίτωσε τους Ιταλούς από ολοκληρωτική συντριβή. Έτσι ανασυντάχθηκαν και στις 9 Μαρτίου 1941 εξαπέλυσαν την μεγάλη εαρινή επίθεση, όπως την αποκάλεσαν, για να συντρίψουν την ελληνική αντίσταση.
Είχαν τόσο βέβαιη τη νίκη που ο ίδιος ο Μουσολίνι βρέθηκε στο μέτωπο για να κατευθύνει την ιταλική επίθεση. Φρούδες οι ελπίδες του όμως, γιατί οι Έλληνες με περίσσευμα ψυχής και πάλι νίκησαν τους Ιταλούς προξενώντας τους μεγάλες απώλειες.
Στις 21 Μαρτίου 1941 ο Μουσολίνι επέστρεψε απογοητευμένος στην Ιταλία. Η ώρα της γερμανικής επέμβασης είχε φτάσει για να δοθεί λύση στο αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί. Στις 6 Απριλίου 1941 εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση στα βόρεια σύνορα που τα προστάτευε η περίφημη «Γραμμή Μεταξά» με τα απόρθητα οχυρά. Οι λιγοστοί Έλληνες υπερασπιστές των οχυρών απέκρουσαν για τρεις ημέρες τις επιθέσεις των Γερμανών οι οποίοι βρήκαν τελικά λύση. Παρέκαμψαν τα οχυρά και μέσω της κοιλάδας του Αξιού και αφού δεν συνάντησαν σοβαρή γιουγκοσλαβική αντίσταση, κατέλαβαν την Θεσσαλονίκη στις 9 Απριλίου. Οι Έλληνες μαχητές των οχυρών εγκατέλειψαν κάθε αντίσταση αφού πλέον ήταν μάταιη.
Ο αγώνας τους ήταν τιτάνιος κάτι που έκανε ακόμα και τον Χίτλερ να παραδεχθεί ότι: «Η ιστορική δικαιοσύνη με υποχρεώνει να διαπιστώσω ότι απὸ όλους τους αντιπάλους μας, ο Ελληνικός λαός αγωνίστηκε τόσο γενναία, ώστε ακόμα και αυτοὶ οι εχθροί του δεν δύναται να αρνηθούν την προς αυτόν εκτίμηση. Απὸ όλους τους αντιπάλους, οι οποίοι μας αντιμετώπισαν, μόνον οι Έλληνες στρατιώτες πολέμησαν με παράτολμη και ύψιστη περιφρόνηση προς τον θάνατο».
Στις 27 Απριλίου 1941 οι Γερμανοί κατέλαβαν την Αθήνα και ακολούθως την Κρήτη παρά τη δεκαήμερη ηρωική αντίσταση των κατοίκων της στα τέλη Μαΐου 1941, σηματοδοτώντας την έναρξη της τριπλής Κατοχής της Ελλάδας από τις Δυνάμεις του Άξονα, τη Γερμανία, την ηττημένη Ιταλία και τη σύμμαχό τους Βουλγαρία.
Συνολικά, στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και στη γερμανική εισβολή έχασαν τη ζωή τους περίπου 30.000 Έλληνες ενώ 60.000 τραυματίστηκαν εκ των οποίων 25.000 ήταν παγόπληκτοι.
Από τους νεκρούς Έλληνες μαχητές του ’40 οι 10.000 έπεσαν μέσα στην αλβανική επικράτεια και οι περισσότεροι απ’ αυτούς τάφηκαν πρόχειρα σε διάφορα σημεία. Έτσι ακόμη και σήμερα τα οστά τους παραμένουν διάσπαρτα στο αλβανικό έδαφος αφού το ελληνικό κράτος δεν μπόρεσε για διάφορους λόγους να μεριμνήσει για τη συγκέντρωση και την ταφή τους με τις δέουσες τιμές. Η σχετική προσπάθεια ξεκίνησε τα τελευταία χρόνια αλλά με πολύ αργούς ρυθμούς. Παραμένει έτσι ως σήμερα η εκκρεμότητα της απόδοσης ταφικών τιμών στους νεκρούς μαχητές του ’40 πράγμα που πρέπει να βαραίνει τη συνείδησή μας ως απόγονοί τους.
Με την έναρξη της Κατοχής όμως αρχίζει και η ένδοξη εποχή της Εθνικής Αντίστασης. Πολλοί Έλληνες κατέφυγαν στα βουνά και συνέχισαν τον αγώνα εναντίον των κατακτητών για τη λευτεριά της πατρίδας. Άλλοι πάλι στις πόλεις και τα χωριά βοήθησαν με πολλούς τρόπους την Αντίσταση. Η Καρδίτσα μάλιστα ήταν η πρώτη ευρωπαϊκή πόλη που απελευθερώθηκε – έστω και για λίγους μήνες – τον Μάρτιο του 1943 αφού οι ιταλικές δυνάμεις κατοχής την εγκατέλειψαν υπό τον φόβο της περικύκλωσης από τους μαχητές της Αντίστασης.
Η πολυπόθητη λευτεριά ήρθε για την Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1944 μετά τις απανωτές ήττες των Γερμανών σ’ όλα τα πολεμικά μέτωπα. Η Ελλάδα πλήρωσε βαρύ φόρο στο διάστημα των τρεισήμισι ετών της ιταλογερμανοβουλγαρικής Κατοχής. Μισό εκατομμύριο ήταν οι νεκροί. Οι μισοί από την πείνα. Αναλογικά με τον πληθυσμό της είχε τα περισσότερα θύματα από κάθε άλλη χώρα.
Όμως, οι Έλληνες δεν μπόρεσαν να χαρούν για πολύ την ελευθερία τους, ούτε να κλάψουν τους νεκρούς τους αφού ξεκίνησαν έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο που ισοπέδωσε ό,τι άφησε πίσω της η Κατοχή και άφησε βαθύτατα τραύματα στην ελληνική κοινωνία που την εμπόδισαν να βαδίσει το δρόμο της προόδου μαζί με τις άλλες χώρες. Για μία ακόμη φορά την ώρα του θριάμβου κυριάρχησαν τα πάθη, το ελληνικό φως το σκίασε το σκοτάδι, τα τραγούδια της λευτεριάς έγιναν θρήνος και οιμωγή.
Σήμερα, έχουν περάσει ακριβώς 78 χρόνια από τότε που γράφτηκε το έπος του ’40 και είναι φυσικό ο χρόνος να επιδρά καταλυτικά στη μνήμη μας με αποτέλεσμα τα ιστορικά γεγονότα να ξεμακραίνουν και ίσως να χάνουν τη λάμψη τους.
Έτσι για παράδειγμα, κάποιοι ειδήμονες και μη, αφελώς ή εντέχνως, αναρωτιούνται γιατί η Ελλάδα εορτάζει την 28η Οκτωβρίου, την αρχή του πολέμου κι όχι το τέλος του όπως κάνουν οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Η απάντηση είναι αυτονόητη: η νίκη των Ελλήνων ήταν η πρώτη νίκη εναντίον των Δυνάμεων του Άξονα και επομένως ήταν η αρχή του τέλους των σχεδίων τους για την επικράτηση του ναζιστικού σκοταδιστικού ολοκληρωτισμού. Επιπλέον, η 28η Οκτωβρίου συμβολίζει την ενότητα του ελληνικού λαού ο οποίος σε μία μοναδική στιγμή ομοψυχίας αντιμετώπισε τους εισβολείς. Είναι μία επέτειος που δεν επιβλήθηκε άνωθεν αλλά εορτάστηκε από τον πρώτο κιόλας χρόνο από τον ίδιο τον λαό.
Επίσης, η σημαία, τα εθνικά σύμβολα, οι εθνικές επέτειοι αμφισβητούνται κατά καιρούς ως παρωχημένες αντιλήψεις που εγκλωβίζουν τη σκέψη μας σ’ ένα στείρο παρελθόν. Ο σχετικισμός και οι ιδεοληψίες το μόνο που κάνουν είναι να συσκοτίζουν την αλήθεια. Άλλωστε ό,τι είναι εθνικό, είναι και αληθές όπως τονίζει και ο Διονύσιος Σολωμός. Η έννοια της ατομικής ελευθερίας πραγματώνεται μόνο όταν υπάρχει εθνική ελευθερία. Ή, σύμφωνα με την κλασική αρχαιότητα, ελεύθεροι πολίτες υπάρχουν μόνο σε μια ελεύθερη πολιτεία. Ούτε ο εθνομηδενισμός αλλά ούτε και ο εθνοκεντρισμός είναι λύσεις στον δρόμο προς την αυτογνωσία. Ο ελληνικός κοσμοπολιτισμός είναι η απάντηση για όποιον έχει την παιδεία να το αντιληφθεί. Γι’ αυτό λοιπόν οφείλουμε:
- Να συντηρούμε την ιστορική μας μνήμη αποβάλλοντας τον ατομικό και εθνικό μας ναρκισσισμό που μας θέλει ως περιούσιο λαό και ως «ομφαλό της Γης» αλλά και την ιδεοληπτική άρνηση απέναντι σε καθετί εθνικό.
- Να πράττουμε καθημερινά το καθήκον μας προς την πατρίδα και να υπερασπίζουμε τις ανθρώπινες αξίες βιώνοντας ουσιαστικά τις αρχές της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ισότητας και της αλληλεγγύης.
- Να μη λησμονούμε τον όρκο των αρχαίων Αθηναίων εφήβων τη στιγμή που στρατεύονταν: «και την πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσω. Και την πατρίδα δεν θα την παραδώσω μικρότερη».
Η 28η Οκτωβρίου είναι η εορτή του ελληνικού φωτός, της νίκης των πανανθρώπινων αξιών. Είναι η εορτή του οφειλόμενου χρέους ημών των νεότερων σ’ αυτούς που έκαναν το χρέος τους έναντι του ανθρώπου και του συνανθρώπου.
Η απόδοση τιμών σ’ αυτούς είναι ηθική μας υποχρέωση γιατί όπως είπε και ο Κωστής Παλαμάς: «χρωστάμε σε όσους ήλθαν, πέρασαν, θα ρθούνε, θα περάσουν. Κριτές θα μας δικάσουν οι αγέννητοι νεκροί».
Ζήτω η 28η Οκτωβρίου 1940
Τιμή και δόξα στους μαχητές του ’40